STEVENIKO

Archive for the category “ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ”

Ξέχασες…

03

Ξέχασες το μαζί και πηγαίνεις μόνος, στηριζόμενος σε δυνάμεις απατηλές, που την κρίσιμη στιγμή μαγικά αποσυντίθονται και μαζί τους κι εσύ.

Ξέχασες το παρελθόν και το ζεις ξανά σε επανάληψη μόνο των λαθών σου.

Ξέχασες το βάθος και έμεινες στην επιφάνεια σαν φελλός, αφήνοντας το ρεύμα να σε παρασύρει.

Ξέχασες τις αξίες και έμεινες στο τίποτα..

Ξέχασες ιδέες που σου επιβλήθηκαν, αλλά δέθηκες μόνος σε νέα ψεύτικα είδωλα.

Ξέχασες τη χρησιμότητα του πόνου, του έκλεισες την πόρτα και έτσι ούτε η χαρά σε επισκέπτεται.

Ξέχασες τι θα πει παιδί και γέρασες. Γέμισες τη ζωή σου χάπια και σκευάσματα βιταμινών ζητώντας λίγη ενέργεια.

Ξέχασες τη φύση και τώρα σου προκαλεί αλλεργία.

Ξέχασες τι θα πει εξελίσσομαι και έδωσες νέα σημασία στη λέξη, εξελίσσομαι πλέον θα πει ελίσσομαι.

Ξέχασες την αλληλεγγύη και έγινες “φιλάνθρωπος”.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Η χούντα της ανυπαρξίας

Βασιλική Νευροκοπλή

Αν ως χούντα ορίζεται ένα καθεστώς το οποίο διαμορφώνεται από μια μικρή ομάδα ανθρώπων και επιβάλλεται βίαια σε μια ολόκληρη κοινωνία, αφαιρώντας της το δικαίωμα άλλης επιλογής και αντίδρασης, τότε ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γύρω από την πολυσυζητημένη έννοια της σημερινής «οικονομικής χούντας».
Προτείνω να αφαιρέσουμε την προϋπόθεση της στρατιωτικής επιβολής μιας χούντας, διότι τα «όπλα» στους καιρούς μας είναι ποικίλα, και αυτό διαφοροποιεί και το «πρόσωπο» του εν λόγω ανελεύθερου καθεστώτος, που ενδέχεται και να μην καταλάβει ποτέ θέση πολιτικής εξουσίας σε μία χώρα, αλλά κατ’ ουσία να εξουσιάζει αντιστοίχως ανελεύθερα τις ζωές μας, συχνά δίχως καν να το υποψιαζόμαστε, εγκλείοντας τους «αντιφρονούντες» στο περιθώριο –πολιτισμικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, εργασιακό κλπ. 
Μήπως, λοιπόν, πρέπει να αναρωτηθούμε αν η μακρά περίοδος της ευμάρειας ήταν μια άλλης μορφής χούντα στην οποία μάλιστα υποταχτήκαμε άνευ όρων, διότι μας βόλευε, χάιδευε τις αισθήσεις μας, αύξαινε ακατάσχετα τις επιθυμίες μας και μας επέτρεπε να ικανοποιούμε το υλιστικό μας όνειρο με χρήματα τρίτων, αφαιρώντας μας μέσα στα πλαίσια αυτής της ιλιγγιώδους ηδονής, την ικανότητα να αναρωτηθούμε, τη δυνατότητα να σκεφτούμε, το θάρρος να αντιδράσουμε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του ονείρου και της υλοποίησής του, εν τέλει την προϋπόθεση της ενηλικίωσης;
Μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε αν ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε και επιβλήθηκε το καθεστώς των ΜΜΕ ήταν επίσης μια άλλη χούντα, η οποία έδινε την πληροφορία που ήθελε, προωθούσε αυτούς που την υπερασπίζονταν, απέκλειε ό, τι δεν την βόλευε, και ταυτόχρονα μας σέρβιρε το αστραφτερό μοντέλο μιας ζωής ως καθημερινό φαγητό, μόλυνε ύπουλα το όνειρο που οφείλει καθένας στον εαυτό του με συλλογικά συσκευασμένα πακέτα ευτελούς περιεχομένου απελπιστικά ίδιου για όλους προς κατανάλωση, μετατρέποντάς μας από ενεργητικούς πολίτες σε παθητικά απονευρωμένα ζωντανά;
Μήπως ακόμα να αναρωτηθούμε για την χούντα της θεσμικής Εκκλησίας που διαστρεβλώνοντας το κήρυγμα της αγάπης του Χριστού, εξάντλησε τον λόγο ύπαρξή της στην επίδειξη πλούτου, στο κήρυγμα ηθικών επιταγών και στον ευνουχισμό των πιστών προς κραταίωση της εξουσιαστικής ισχύος της που μέσω απάνθρωπων επιταγών συνέθλιβε όχι μόνο λαϊκούς, αλλά και κληρικούς που προσέτρεξαν σ’ αυτήν από αγάπη στον Χριστό;
Να αναρωτηθούμε και για τη χούντα της μόδας, του life style, αλλά και του εξισωτικού «προοδευτισμού», που προέκριναν την μαζική απομίμηση ενός τρόπου ζωής όχι μόνον πολύ ακριβοπληρωμένου για τα μέτρα μας, αλλά κυρίως ξένου προς τον εαυτό μας, ισοπεδωτικού των αξιών και της ιστορίας μας, του ουσιαστικού προσανατολισμού μας που συνίσταται στην πνευματική μας ανύψωση, προκειμένου να μας μεταποιήσει σε επιφανειακούς αντιγραφείς προτύπων άφυλων, ακαλλιέργητων, ρηχών, ισωπεδώνοντας τεχνηέντως την ιδιοπροσωπία μας μαζί με τη δυνατότητα προσωπικής επιλογής, τη σύνδεση με τις ρίζες μας και εν τέλει την ταυτότητά μας; 
Η οικονομική χούντα που συνειδητοποιούμε σήμερα οι περισσότεροι, -κι αυτό διότι τραυματίζει το τελευταίο οχυρό της ύπαρξής μας που είναι αυτή καθ’ εαυτή η επιβίωσή μας-, κατά τη γνώμη μου είναι η τελευταία από όλες τις προαναφερθείσες και συνέπεια όλων αυτών και  όσων άλλων αντίστοιχων διείσδυσαν δόλια και ύπουλα στα κύτταρά μας ως πλέον ευχάριστες και ανώδυνες και που κατάφεραν να μας διαμορφώσουν σε διαστρεβλωμένα συμφεροντολογικά ανθρωπάρια. Την θέση της ύπαρξης κατέλαβαν όντα που εξέπεσαν στην ανυπαρξία καθώς μεταβίβασαν την ευθύνη της σκέψης, των αισθημάτων και των ονείρων τους σε άλλους διαχειριστές. Παραδοθήκαμε και υποταχτήκαμε στη χούντα της ανυπαρξίας, που τα πρόσωπά της ήταν πολλά και ενίοτε άκρως ελκυστικά, οι μέθοδοί της υπόγειες και χρυσωμένες, στόχοι της η εγκαθίδρυση της εξουσίας της και ο πλουτισμός της μέσω του ευνουχισμού της κοινωνίας μας.
Από τη στιγμή που η παρούσα οικονομική χούντα άρχισε να μας αφυπνίζει, τής οφείλουμε μεγάλη χάρη, αν θέλουμε να ξαναδούμε απ’ την αρχή όλες όσες προηγήθηκαν και στις οποίες ξεπουλήσαμε με αβάσταχτη ελαφρότητα την ακροβασία που οφείλουμε στη ζωή και το πιο ακριβό μας όνειρο.
Από τη στιγμή που πλέον καταρρέει το τελευταίο οχυρό της ανυπαρξίας, οφείλουμε να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή, αφού πρώτα αντικρίσουμε ψύχραιμοι και θαρραλέοι τα συντρίμμια μας. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε να υπάρχουμε με όλο μας το είναι αφού πρώτα το ξαναχτίσουμε, όλη μας τη σκέψη αφού την ξεσκουριάσουμε και τη θρέψουμε, με όλο μας το αίσθημα που θα ξεσκαρτάρουμε από τους γλυκερούς συναισθηματισμούς, με όλη μας τη δημιουργικότητα. 
Έτσι θα γίνουμε όχι πλούσιοι σε χρήμα, αλλά πλούσιοι σε επίγνωση, ανδρεία, δικαιοσύνη, ανθρωπιά και πνεύμα αδάμαστο, πλούσιοι σε ύπαρξη. Γιατί η ύπαρξη έναντι της ανυπαρξίας, είναι μια βαθιά δημοκρατική συνθήκη, ως σκεπτόμενη και διαλεκτική, ως αποτέλεσμα γνώσης. Είναι άκρως προσωπική και συνίσταται στην ιδιοπροσωπία του καθενός μας χάριν του συνόλου και του ατόμου, συγκρουόμενη και ειρηνεύουσα, πολέμια και συμφιλιωτική. Μάχιμη με οδηγό της το πνεύμα της ειρήνης.

Η κατάργηση της δημοκρατίας. Μια σοβαρή αποεπένδυση.

 Με ποιον τρόπο μεταφέρεις σε έναν άνεργο, χωρίς επίδομα και με διακοπή της ασφάλισης του, τα χαρμόσυνα νέα για την για πολλοστή φορά σωτηρία της χώρας; Λέγοντας του, ενδεχομένως, ότι αν σήμερα καταφέρει μόνος να μην πεθάνει, είναι κάπως πιθανό να έχει την ευκαιρία να επιζήσει και στο μέλλον;
Βρισκόμαστε πλέον σε κατάσταση βαθιάς σύγχυσης. Ποια είναι η έννοια του όρου «χώρα»; Ποιους περιλαμβάνει και ποιους αφήνει απ’ έξω; Με ποια κριτήρια το κάνει αυτό; Ποια είναι η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, η διαρκής εκβιαστική επίκληση του οποίου αποτελεί πλέον την μόνη νομιμοποιητική και αιτιολογική βάση για την κάθε πράξη της κρατικής εξουσίας; Και ποιος ελέγχει την συνδρομή του; Ποιους περιλαμβάνει αυτό το συμφέρον και ποιους αφήνει απ’ έξω. Με ποια κριτήρια; Τι είναι ο δήμος και πως μοιράζονται τα βάρη της εξυπηρέτησης των αναγκών του; Ποιος είναι ο τρόπος για την βιώσιμη συγκρότηση του;
Τα τελευταία υπολείμματα της ούτως ή άλλως νόθας δημοκρατίας μας καταλύονται με ταχύ ρυθμό. Η επίσημη δικαιολογία, μια δικαιολογία πολύ απλοϊκή και πολύ εύπεπτη, είναι πως καταλύονται για την σωτηρία της χώρας.
Η βουλή δεν βουλεύεται, επειδή μια κακή απόφαση της μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή. Η δικαιοσύνη δεν δικάζει, επειδή η εφαρμογή του νόμου μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες. Ο Τύπος δεν ενημερώνει επειδή η αλήθεια μπορεί να γίνει επικίνδυνη στα χέρια των κακόβουλων. Και κανείς δεν κατανοεί ότι όλα αυτά συνιστούν θεμελιώδεις και τραγικές αντιφάσεις. Επειδή η χώρα δεν μπορεί παρά να είναι το όλον. Και το όλον υπηρετείται μόνον μέσω της δημοκρατίας. Της αλήθειας και του ισότιμου χειρισμού των μερών του, με σεβασμό στους κανόνες και στην αρχή της αναλογικότητας. Εάν, βέβαια, θέλει να παραμένει συμπαγές και βιώσιμο.
Όσοι επιπόλαια επιχαίρουν σήμερα, -αλλά και μέμφονται αυτάρεσκα για μεμψιμοιρία αυτούς που δυσπιστούν-, δεν αντιλαμβάνονται ότι η απελευθέρωση της ανεξέλεγκτης βίας είναι πλέον πολύ κοντά. Όχι της τυφλής βίας των μαζών και του όχλου, που συνηθίζουν να ειρωνεύονται, αλλά της θεσμικής και στοχευμένης βίας της ίδιας της κρατικής εξουσίας. Αυτής, στην οποία σήμερα εκχωρήθηκε με ελαφρότητα η δυνατότητα να αποφαίνεται μόνη για την συνδρομή του δημοσίου συμφέροντος.
Αυτοί που σήμερα έτυχε να περιλαμβάνονται όπως όπως στις περιπόθητες λίστες της σωτηρίας, διστάζουν να παραδεχθούν ή δεν μπορούν να δουν ότι βρέθηκαν σε αυτήν την ευνοϊκή θέση σχεδόν από αγαθή τύχη και χωρίς κριτήρια. Ξεχνούν, έτσι, ότι αύριο, από κακή τύχη αυτή τη φορά και πάλι χωρίς κριτήρια, μπορεί να καταταγούν στους εξαιρέσιμους, αν είναι αυτό που θα απαιτήσει η εξυπηρέτηση του περιστασιακού δημοσίου συμφέροντος, που θα εξακολουθήσει να ερμηνεύεται αυθαίρετα και να υπερέχει έναντι πάντων. Είτε τους περιέχει είτε όχι.
Μας είπαν να κάνουμε μεταρρυθμίσεις και εμείς, αντί να κοιτάξουμε στον βυθό, βαλθήκαμε να ανταλλάξουμε την ίδια την δημοκρατία με την δια διαταγμάτων κατάργηση των εισφορών υπέρ τρίτων, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και ένα ολοκαίνουργιο φορολογικό νομοσχέδιο. Έτυχε το χωράφι που μας τρέφει να μείνει άγονο για μερικές χρονιές και μεις, αντί να το οργώσουμε, βιαστήκαμε να το εκχωρήσουμε, με ασυγχώρητη αφροσύνη, για να απολαύσουμε ένα προσωρινό αντίδωρο. Ας μην βιαστούν να πουν κάποιοι ότι η παρατήρηση αυτή αναπαράγει την μεταπολιτευτική μιζέρια και αποσκοπεί στην συντήρηση των στρεβλώσεων, που μας οδήγησαν εδώ. Επειδή ο λόγος είναι για το γιατί και για το πώς, που τις περισσότερες φορές είναι πολύ σημαντικότερα από το δια ταύτα. 
Η δημοκρατία εφευρέθηκε για να θεραπεύει τα προβλήματα που προσπαθούμε σήμερα να λύσουμε με την κατάργηση της. Η δημοκρατία είναι προσοδοφόρα επένδυση σε βάθος χρόνου. Εμείς την αγνοούμε και, άπληστοι όπως πάντα, δίνουμε πολλά για να πάρουμε σε άμεσο αντάλλαγμα πολύ λίγα. Είναι κάτι που σύντομα θα κληθούμε να πληρώσουμε ακριβά.

Να ζεις ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.

Leo Buscaglia (απόσπασμα)

«Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.

Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε».

«Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. […] Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας. […] Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι’ αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν’ αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι είναι για να το δίνεις».«Θεωρούμε το «εγώ» μας σαν κάτι ουσιαστικό, τον εαυτό που κατασκευάσαμε. Θα σας πω όμως μια αλήθεια, δεν τον κατασκευάσατεεσείς αυτό τον εαυτό. Άλλοι τον έφτιαξαν. Οι άλλοι σας είπαν ποιος πρέπει να είστε και ποιος όχι, πώς πρέπει να κινείστε, να μυρίζετε και να κάνετε τα περισσότερα πράγματα που κάνετε. […] Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί. […] Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπουν μέσα σου τα νέα μηνύματα.

Ο εαυτός κατασκευάζει τεράστια τείχη γύρω του για «αυτο»προστασία. Αυτά τα τείχη τα ονομάζει πραγματικότητα. Ο,τιδήποτε δεν ταιριάζει μ’ αυτό που ο περιτειχισμένος εαυτός θεωρεί πραγματικό, δεν αφήνεται να περάσει από το τείχος∙ έτσι, όταν πια φτάνει μέσα η νέα αντίληψη, έχει γίνει αυτό που ήθελε από την αρχή. Έτσι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας βλέποντας μόνον ό,τι θέλουμε να δούμε, ακούγοντας μόνον ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, μυρίζοντας ό,τι θέλουμε να μυρίσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν απολύτως αόρατα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται εδώ. Για να δούμε, το μόνο που χρειάζεται είναι να τα αφήσουμε να μπουν, να τα αγγίξουμε, να τα γευτούμε, να τα δαγκώσουμε, να τα αγκαλιάσουμε (το πιο ευχάριστο), να τα ζήσουμε όπως είναι –όχι όπως είμαστε εμείς».

 «Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η απάθεια».
«Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα, θα διάλεγα τον πόνο».

«Υπάρχουμε εμείς, ο εαυτός μας και πάνω σ’ αυτό τον εαυτό συσσωρεύουμε χιλιάδες και χιλιάδες πράγματα που μπορεί να μην είναι ο εαυτός μας, μα που να ανήκουν μάλλον στην οικογένειά μας, την κουλτούρα μας, τους φίλους και ούτω καθεξής. Τα παίρνουμε μαζί μας και τότε αυτά γίνονται εμείς και είμαστε ικανοί να πεθάνουμε για να υπερασπίσουμε αυτό το «εμείς» και καταφεύγουμε στην απάθεια για να αποφύγουμε τις προκλήσεις του νέου εαυτού.

Δημιουργούμε επίσης μοντέλα τελειότητας. Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο».

«Είμαστε ήδη τέλειοι. Ο κόσμος είναι ήδη τέλειος. Προσπαθούμε να επέμβουμε σ’ αυτή την τελειότητα κι από κει πηγάζουν όλα τα προβλήματά μας. Τι θαυμάσιο που θα ήταν, αν μπορούσαμε να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε ο τέλειος εαυτός μας. […] Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις ποιος είναι ο τέλειος εαυτός σου. Είσαι όμως ο τέλειος εαυτός σου και είναι ο μοναδικός τέλειος εαυτός σου που θα περάσει έτσι στην ιστορία του κόσμου! Ίσως οι άλλοι να προσπαθήσουν να τον κάνουν ατελή […]».

logotexnikesmikrografies

Ξύπνησα με τα λόγια του Καζαντζάκη…

Γράφει η Στεφανία Λυγερού

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!

Δες την λέξη που χρησιμοποίησε «καταδέχεσαι».. Είναι ΚΑΤΑΝΤΙΑ να σε νοιάζει η νίκη! Αξιοπρεπές, ηθικό είναι να πολεμάς μόνο γιατί δεν συμφωνείς με το άδικο. Και να νιώθεις ότι το κέρδος σου θα είναι μόνο αυτό, το ότι αντιστάθηκες, ότι δεν έσκυψες το κεφάλι. Έκανες το χρέος σου, ήσουν τίμιος πρώτα απέναντι στον εαυτό σου.

Δεν υπάρχει αγώνας μάταιος. Ακόμα κι αν δεν φαίνεται κανένα αποτέλεσμα, ο αγώνας έχει την αξία μέσα του. Την αλλαγή την φέρνει η επιμονή. Ο αγώνας χάνεται μόνο με την παραίτηση.

Βλέπω τους ανθρώπους που συνεχίζουν να κατεβαίνουν σε διαμαρτυρίες και μέσα μου λέω «γιατί πας; μα δεν φέρνεις αποτέλεσμα άνθρωπε!!», κι έχω απόλυτο δίκιο, για σκέψου όμως να μην διαμαρτύρονταν κανείς.. Πώς οι προδότες θα ένιωθαν την πίεση της λαιμητόμου στο σβέρκο τους;

Άλλοι κινούνται νομικά εναντίων τους και λες «μα δεν τους κάνεις τίποτα, τους νόμους αυτοί τους φτιάχνουν, τα δικαστήρια δικά τους είναι», κι έχεις απόλυτο δίκιο, για σκέψου όμως κανείς να μην σαμποτάριζε το θεάρεστο έργο τους.. Πώς θα ένιωθαν ότι λίγες είναι οι ώρες τους;

Άλλοι δεν πληρώνουν κουραδοπολιτεία και λες «δεν θα γλιτώσεις ρε άνθρωπε, θα βρουν τρόπο να στα πάρουν, και με τόκους!!», κι έχεις απόλυτο δίκιο, για σκέψου όμως τι θα συνέβαινε αν όλοι τους πλήρωναν… Πώς θα γκρεμίζονταν το οικοδόμημά τους;


Δεν υπάρχει αγώνας μάταιος! Ακολούθησε τη συνείδησή σου, πάλεψε χωρίς να ρωτάς. Κάνε το χρέος σου.

Post Navigation