STEVENIKO

Ξέχασες…

03

Ξέχασες το μαζί και πηγαίνεις μόνος, στηριζόμενος σε δυνάμεις απατηλές, που την κρίσιμη στιγμή μαγικά αποσυντίθονται και μαζί τους κι εσύ.

Ξέχασες το παρελθόν και το ζεις ξανά σε επανάληψη μόνο των λαθών σου.

Ξέχασες το βάθος και έμεινες στην επιφάνεια σαν φελλός, αφήνοντας το ρεύμα να σε παρασύρει.

Ξέχασες τις αξίες και έμεινες στο τίποτα..

Ξέχασες ιδέες που σου επιβλήθηκαν, αλλά δέθηκες μόνος σε νέα ψεύτικα είδωλα.

Ξέχασες τη χρησιμότητα του πόνου, του έκλεισες την πόρτα και έτσι ούτε η χαρά σε επισκέπτεται.

Ξέχασες τι θα πει παιδί και γέρασες. Γέμισες τη ζωή σου χάπια και σκευάσματα βιταμινών ζητώντας λίγη ενέργεια.

Ξέχασες τη φύση και τώρα σου προκαλεί αλλεργία.

Ξέχασες τι θα πει εξελίσσομαι και έδωσες νέα σημασία στη λέξη, εξελίσσομαι πλέον θα πει ελίσσομαι.

Ξέχασες την αλληλεγγύη και έγινες “φιλάνθρωπος”.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Advertisements

Απροσάρμοστοι άνθρωποι…

Του Κώστα Ουράνη

Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάν τη ζωή με το σκυθρωπό πρόσωπο και το πένθιμο βλέμμα εξόριστων στη Σιβηρία, που θα κοίταζαν από το παράθυρό τους, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, να πέφτει το χιόνι πάνω στα χιόνια. Όλα τους φαίνονται ομοιόμορφα, άδεια, ανούσια και πληκτικά.

Στο συμπόσιο της Ζωής δεν δείχνουν ούτε βουλιμία, ούτε απόλαυση. Κρατάν στάση χορτασμένων. Τίποτα δεν τους ενθουσιάζει, τίποτα δεν τους μεθάει. Όταν η ζωή τους προσφέρει κάτι άλλο, που θα το θεωρούσαν τύχη να το αποκτήσουν, τ’ αφήνουν να πέσει από τα χέρια τους μ’ απογοήτευση. Ονειρεύονται πάντα κάτι άλλο και ποθούν πάντα κάτι περισσότερο. Αλλά δεν μπορούν ποτέ να το καθορίσουν. Τα όνειρά τους είναι…ρευστά κι οι πόθοι τους ατμώδεις: δεν έχουν ποτέ μορφή συγκεκριμένη και το περιεχόμενό τους είναι κάθε στιγμή διάφορο.

Η ζωή των ανθρώπων αυτών περνάει σχεδόν χωρίς πράξεις και χωρίς πραγματοποιήσεις κανενός είδους, σ’ ένα Γαλαξία αναρίθμητων και νεφελωδών ρεμβασμών. Κάθε πράξη τους φαίνεται ελάττωση και κάθε πραγματοποίηση περιορισμός. Ό,τι οι άνθρωποι αυτοί θα ‘θελαν για να αισθάνονται πως ζουν, για να βρίσκουν χαρά κι ομορφιά στη ζωή, θα ‘ταν η άμεση πραγματοποίηση κι ο αδιάκοπος μετασχηματισμός – χωρίς καμιά από μέρους τους προσπάθεια – όλων των πόθων τους, όλων των εικόνων κι όλων των καταστάσεων που δημιουργεί κάθε στιγμή η φαντασία τους κι η ψυχική τους, κάθε φορά, διάθεση.

Ό,τι θα ‘θελαν θα ‘ταν να ζουν αδιάκοπα σ’ ένα κλίμα παραμυθιών – ελεύθεροι από τους περιορισμούς του χρόνου και του διαστήματος, ελεύθεροι ακόμα κι από τους περιορισμούς του ίδιου του κορμιού τους: να ‘ναι μέσα στο μεγάλο εκείνο πλοίο που περνάει στο βάθος του θαλάσσιου ορίζοντα, όταν αυτοί βρίσκονται στην παραλία, να ‘ναι καθισμένοι στο κατώφλι στης ανθισμένη εκείνης βίλλας, που τη βλέπουν περνώντας μ’ ένα τραίνο, να μεταμορφώνονται σε πρόσωπα της ιστορίας και του θρύλου, να μεταφέρονται στιγμιαία από έναν τόπο σε άλλο κι από μια κατάσταση σε άλλη, να ζουν εξαίσιες περιπέτειες και μοναδικούς έρωτες, να ‘ναι, τέλος, ό,τι λαχταρούσε ο Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ – όλο το πνεύμα κι όλη η ύλη, δηλαδή θεοί – «και να ‘ναι η κάθε ημέρα τους κι ένα καινούριο θάμα».

Δεν πρόκειται για τρελούς, γιατί ό,τι οι άνθρωποι αυτοί ονειρεύονται και ποθούν ήταν ένας καιρός που το έζησαν αληθινά. Αν σήμερα το βλέμμα τους είναι πένθιμο, είναι γιατί δεν ξαναβρίσκει τις λαμπρότητες και τις μαγείες που άλλοτε το φώτιζαν. Αν όλα τους φαίνονται ανούσια, είναι γιατί έχουν ζωηρή ακόμη στα χείλια τους τη γεύση ενός συμποσίου εξαίσιου. Αν έχουν το ύφος εξόριστων, είναι γιατί στ’ αλήθεια ειν’ εξόριστοι: είναι έκπτωτοι άγγελοι, που διατηρούν τη νοσταλγική ανάμνηση ενός χαμένου παράδεισου. Ο χαμένος αυτός παράδεισος είναι ο κόσμος της παιδικής τους ηλικίας, ο γοητευτικός και μυστηριώδης τόπος της τέταρτης διάστασης.

Στον τόπο αυτό ο χρόνος είναι άγνωστος και το διάστημα δεν αποτελεί εμπόδιο. Τα σύνορά του αγγίζουν από τη μια πλευρά την πραγματικότητα κι από την άλλη χάνονται μέσα στο απέραντο βασίλειο του φανταστικού, τόσο που φανταστικά και πραγματικά να μην ξεχωρίζουν, αλλά να παίρνουν το ένα τη μορφή του άλλου. Η ζωή εκεί δεν είναι μια κατάσταση που υπάρχει και που στέκει αντίκρυ στον άνθρωπο, που ο άνθρωπος έχει να την αντιμετωπίσει – είναι μια αδιάκοπη προέκταση του εαυτού του, κάτι σαν την προέκταση ζωντανών σκιών στο λευκό και παρθένο πανί του κινηματογράφου.

Κάθε τι εκεί μπορεί, χωρίς να χάσει την πραγματική του υπόσταση, να παίρνει τα πιο ποικίλα σχήματα και τις πιο παράδοξες οντότητες, χωρίς κι αυτές να ‘ναι λιγότερο πραγματικές. Κάθε βήμα εκεί, είναι και μια ανακάλυψη, κι όμως ο τόπος αυτός διατηρεί πάντα το γοητευτικό, κι ανησυχαστικό μαζί, μυστήριο του ανεξερεύνητου, γιατί είναι σ’ αέναο μετασχηματισμό. Αλλά ό,τι είναι ακόμα πιο θαυμαστό στον κόσμο αυτόν είναι η γεύση της μαγείας που έχει κανένας απ’ όλα, κι απ’ όλες τις στιγμές, η εντατικότητα και το θάμπος της ζωής του. Τίποτε, τίποτε στον κόσμο της πραγματικότητας δεν μπορεί να δώσει την ίδια παλμώδη χαρά, τον ίδιο γλυκασμό ευτυχίας!

Όλοι μας ζήσαμε στον τόπο αυτό. Οι άνθρωποι όμως που γι’ αυτούς μιλώ δεν στάθηκαν απλοί του μόνο υπήκοοι, όπως οι περισσότεροί μας. Γεννημένοι με μια ψυχή πιο αγνή και με μια φαντασία πιο δυνατή, υπήρξαν οι εξερευνητές κι οι βασιλιάδες του. Πήγαν μακρύτερα απ’ όλους μας, είδαν θαυμαστότερα οράματα, χάρηκαν εντονότερα, δημιούργησαν περισσότερα. Γιατί για να χαρεί κανένας τον παραμυθένιο κόσμο σ’ όλη του την ομορφιά και σ’ όλη του τη μαγεία, δεν αρκεί να ‘ταν κανένας παιδί στην ηλικία. Πρέπει και να τον έχουν προικίσει οι Μοίρες μ’ εξαιρετική ευαισθησία, μ’ απεριόριστη φαντασία και, πάνω απ’ όλα, με μιαν ικανότητα αυταπάτης ανεξάντλητη.

Οι άνθρωποι που γι’ αυτούς μιλώ είχαν αυτά τα χαρίσματα. Κι αν σήμερα περιφέρουν στη ζωή την πικρία, την αθεράπευτη μελαγχολία και την υπερηφάνεια εξόριστων, όταν όλοι οι άλλοι εμείς ζούμε σαν μετανάστες, αν ονειρεύονται αδιάκοπα τα υπέρμετρα, όταν όλοι οι άλλοι εμείς έχουμε συνθηκολογήσει, είναι γιατί διατηρούν ακόμα την ευαισθησία και τη φαντασία που είχαν όταν ήταν παιδιά, ενώ έχουν χάσει – αλίμονο! – την ικανότητα της αυταπάτης!

Στο πολύ όμορφο βιβλίο «Αποχρώσεις», εκδόσεις Εστία.

aksioprepeiakantoxh

Ελλάδα της κρίσης: Συλλογικά τραύματα και συλλογικές ευθύνες

του Χαράλαμπου Πουλόπουλου

Η Ελλάδα βρέθηκε στη δίνη της οικονομικής κρίσης και οι περισσότεροι Έλληνες στο μάτι του κυκλώνα. Οι επιπτώσεις της κρίσης και του μνημονίου, το ιλιγγιώδες ποσοστό ανεργίας, το υψηλότερο στην Ευρώπη, η φτώχεια και η αβεβαιότητα δημιούργησαν ένα βαθύ συλλογικό τραύμα στη συνείδηση των Ελλήνων. To τραύμα αυτό συνοδεύτηκε και από διεθνή απαξίωση. Τη στιγμή που έχαναν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και ένιωθαν θυμό, φόβο και ντροπή, οι Έλληνες προβάλλονταν ως «τεμπέληδες», «αναξιόπιστοι» και «κομπιναδόροι». Και σαν να μην έφταναν τα απανωτά σοκ από τη μείωση των μισθών, των συντάξεων, την υπέρμετρη φορολόγηση, την εξάπλωση της φτώχειας και την ανεργία, οι πολίτες βομβαρδίζονται συγχρόνως από σενάρια και αναλύσεις για τα αίτια της κρίσης και τους τρόπους αντιμετώπισής της, ως επί το πλείστον από ανθρώπους που, ενώ έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση της κρίσης, εμφανίζονται σήμερα λες και ζουν σε άλλη χώρα.

Σε αυτήν εδώ τη χώρα, πάντως, οι νεαροί επιστήμονες φεύγουν στο εξωτερικό σε αναζήτηση δουλειάς και καλύτερης τύχης, αφήνοντας πίσω τους απελπισμένους μεσήλικες και μικρά παιδιά. Το επιστημονικό δυναμικό της χώρας αποδυναμώνεται, και η Ελλάδα μετατρέπεται σε χωριό της Ευρώπης, ένα θερινό θέρετρο, κατάλληλο μόνο για διακοπές. Αδύναμες κοινωνικά ομάδες στοχοποιούνται από ακροδεξιές οργανώσεις που αναζητούν εξιλαστήρια θύματα για να εκφράσουν την επιθετικότητά τους και να εκμεταλλευτούν την οργή των συμπολιτών μας οι οποίοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση και αναζητούν κάποια λύση. Σενάρια συνωμοσίας δίνουν και παίρνουν, προβάλλοντας και μετατοπίζοντας τις ευθύνες στο εξωτερικό και το εσωτερικό της χώρας.

Σήμερα που έχει πληγεί η συλλογική ταυτότητα και έχει διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή ορισμένοι προσπαθούν να ανακατασκευάσουν την ιστορία και να δημιουργήσουν ένα νέο μύθο. Το «Μαζί τα φάγαμε», το «Είμαστε όλοι υπεύθυνοι» είναι συστατικά αυτού του νέου μύθου, απόπειρες να μετατοπιστεί η ευθύνη στους πολίτες. Πολλοί από αυτούς που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση σήμερα προσπαθούν να εμφανιστούν ως θεράποντες ή σωτήρες. Κατασκευάζουν μέσω συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης που σχετίζονται με τη διαπλοκή μια νέα θεωρία συλλογικής ευθύνης και ευελπιστούν ότι με την επανάληψη οι πολίτες θα ξεχάσουν τα πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα που οδήγησαν στην κρίση, θα επωμιστούν το βάρος της ευθύνης και μέσα από τη συλλογική ενοχή θα οδηγηθούν στην παθητικότητα και την αδράνεια. Επιδιώκουν την αμνησία , γιατί φοβούνται ότι, αν οι πολίτες διατηρήσουν στη μνήμη τους τα γεγονότα, τότε το συλλογικό τραύμα που έχουν υποστεί θα αποκτήσει νόημα και δεν θα αργήσει η στιγμή που θα αναζητήσουν τις ευθύνες από τους πραγματικούς υπαίτιους.

Το συλλογικό τραύμα θα μας σημαδέψει για μεγάλο διάστημα. Μαζί με τους ενήλικες που νιώθουν να χάνουν σήμερα την αξιοπρέπειά τους, επηρεάζει βαθιά και τα παιδιά, τα οποία διαποτίζονται από την ανασφάλεια, το άγχος και τις στερήσεις που βιώνει η οικογένειά τους. Το τραύμα θα συνεχίσει να επηρεάζει την ταυτότητά μας στο μέλλον, ακόμη και όταν η κρίση θα έχει πια περάσει.

Το τραύμα μπορεί να επουλωθεί όταν αναλογιστούμε και τις δικές μας ευθύνες για την παθητικότητά μας και με πράξεις πλέον αντίστασης, συλλογικής δράσης και αλληλεγγύης κινητοποιηθούμε προς την κατεύθυνση της αλλαγής. Έτσι όταν θα ανασύρεται από τη μνήμη στο μέλλον, δεν θα φέρνει στην επιφάνεια μόνο οδυνηρές αναμνήσεις, την ντροπή, την ταπείνωση και το άγχος που βιώνουμε σήμερα. Θα συνοδεύεται και από ένα αίσθημα περηφάνιας και ικανοποίησης, επειδή, τουλάχιστον, προσπαθήσαμε για κάτι καλύτερο.

kostasarvanitis

Τα σπουδαία θα γίνουν αλλού. Εδώ απλά μια παράσταση

Στο κέντρο του κόσμου όντες και ομφαλοσκοπούντες, ως συνήθως, μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και να προβλέψουμε τις εξελίξεις μόνο με βάση τις επιθυμίες μας και τις πιο εμφανείς από τις κινήσεις που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε, στην φτωχή, επαρχιακή μας πολιτική σκηνή. Σε αυτήν αποκλειστικά. Τίποτε εξωτερικό δεν μας αγγίζει.

Καταλήξαμε έτσι στο συμπέρασμα ότι η χώρα έμεινε στο ευρώ, δεν εξερράγη και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αναπνέει, χάρη στην υπεύθυνη πολιτική που ακολούθησε προσωπικά ο πρωθυπουργός, ο Αντώνης Σαμαράς και οι επιφανείς εταίροι του, στην τρικομματική κυβέρνηση του ιστορικού συμβιβασμού. Και βέβαια χάρη στις έκτακτες και ειδικές ικανότητες και άοκνες προσπάθειες του μάγου της οικονομίας, Στουρνάρα, ο οποίος προσέθεσε εύστοχα στην υψηλή πολιτική των άλλων την απαραίτητη δική του τεχνική αρτιότητα. Αυτός είναι ο κυρίαρχος μύθος, που εξηγεί τα βασικά, ενώ υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι, παράπλευροι και πάντα εσωτερικοί, για τα μικρότερα.

Το ότι η χώρα «διεσώθη» σχεδόν παρά φύσιν, χάρη στην, ολοφάνερη πλέον, ύψιστη οικονομική και πολιτική σκοπιμότητα της Ε.Ε., με αποφάσεις που πάρθηκαν, τη απουσία ημών, στις Βρυξέλλες και, κυρίως στο Βερολίνο και ότι όλα τα επί μέρους στοιχεία και μέτρα της εσωτερικής διευθέτησης καθορίστηκαν στο κατώτερο επιτρεπτό όριο, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση αυτού και μόνον του στόχου, το σκεφτόμαστε μεν λίγο, πλην όμως το προσπερνάμε βιαστικά, επειδή είναι προφανές ότι δεν ικανοποιεί ούτε την αυταρέσκεια ούτε την περήφανη αίσθηση της εθνικής ανεξαρτησίας μας.

Φτάνουμε έτσι να πιστώνουμε στον εσωτερικό πολιτικό θίασο «επιτεύγματα» που, σε καμία περίπτωση, δεν του ανήκουν. Και όχι μόνο. Επειδή η απόδοση θετικών ιδιοτήτων σε κάποιους πρέπει να ισοσταθμίζεται με την απόδοση των αντίστοιχων αρνητικών σε κάποιους άλλους, ο μύθος των μισών καλών γεννά αναγκαστικά τον παράλληλο μύθο των άλλων μισών, που δεν μπορεί παρά να είναι οι απαραίτητοι κακοί. Και ασφαλώς οι τελευταίοι, ενσωματωμένοι πλήρως στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης της κοινωνίας, ανταποκρίνονται περίφημα στις ανάγκες του φυσικού τους ρόλου, παίζοντας με επιτυχία τους κακούς, χωρίς διόλου να το αντιλαμβάνονται.

Το αποτέλεσμα είναι η συνύπαρξη δύο παράλληλων κόσμων. Του πραγματικού, που έχει να κάνει με τις ανάγκες και τις κεντρικές αποφάσεις της Ευρώπης και του φανταστικού, που περιλαμβάνει τα όσα, εικονικής πραγματικότητας, διαδραματίζονται στην αφασική πολιτική μας σκηνή, στην οποία, τρία χρόνια τώρα, παρατηρούμε την συναρπαστική διαδοχή των επεισοδίων του έργου της σωτηρίας της πατρίδας.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους συνθλίβονται οι πολίτες, αντιμέτωποι με την ανελέητη καθημερινότητα και τα διαρκώς διογκούμενα προβλήματα. Διότι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, μπορεί μεν να καθορίζουν τις βασικές πολιτικές αλλά στερούνται την δυνατότητα να τις εφαρμόσουν επί τόπου, ασκώντας οι ίδιες την διακυβέρνηση της χώρας. Και από την άλλη πλευρά το πολιτικό σύστημα είναι ιδιαίτερα απασχολημένο, με την προσπάθεια του να οικειοποιηθεί οποιαδήποτε καλή εξέλιξη, εντάσσοντας την στο ευφάνταστο σενάριο της θεατρικής παράστασης που έχει αναλάβει. Η Ελλάδα πορεύεται στην ουσία ακυβέρνητη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η έξοδος από την διαδοχή των φαύλων κύκλων μπορεί να γίνει μόνο με αυτόματο και, μοιραία, βίαιο τρόπο. Αυτό θα επισυμβεί όταν το κόστος για την εξυπηρέτηση της σκοπιμότητας των εταίρων μας ξεπεράσει την αναμενόμενη για τους ίδιους ωφέλεια και καταστεί πλέον απαγορευτικό.

Το πότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί μια και εξαρτάται από παράγοντες που ούτε μπορούμε να διαμορφώσουμε, αλλά ούτε και να αξιολογήσουμε. Έχοντας τα μάτια στραμμένα στην απατηλή κινητικότητα της εσωτερικής σκιαμαχίας, που θέλουμε να θεωρούμε πολιτική σκηνή, έχουμε παραιτηθεί από κάθε δυνατότητα δράσης στο πεδίο της πραγματικότητας και έχουμε μετατραπεί από υποκείμενα σε αντικείμενα της ιστορίας. Επιλέξαμε να πληρώσουμε το κόστος μιας παράστασης, μαζί με τα έξοδα και τις αμοιβές των ηθοποιών της. Το πάθος μας για το θέατρο φαίνεται να ξεπερνάει την ανάγκη μας για την ζωή.

Ερμιππος

theinsider

Vaffanculo 19%!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ Χ.ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

Μικρά παιδιά κλέβουν κεριά για να διαβάσουν γιατί τους έκοψαν το ηλεκτρικό στο σπίτι. Βαρύς ακούγεται ο στεναγμός των εκατομμυρίων φτωχών της βαλκανικής. Ενώ από την Ιβηρική χερσόνησο δεν έχει σταματήσει η ηχώ της κραυγής της Καντέλα Πένα, της ισπανίδας ηθοποιού, η οποία παραλαμβάνοντας το βραβείο Γκόγια για την ερμηνεία της είπε: «Σε όποια γλώσσα, από εδώ που βρίσκομαι, ζητώ δουλειά. Έχω ένα παιδί να μεγαλώσω…»!

Από μία άλλη χερσόνησο του ευρωπαϊκού νότου θα ακουστεί η φωνή, ενός θεατρίνου αυτή τη φορά, του Μπέπε Γκρίλο, ο οποίος συνεπαίρνει τους νεόπτωχους της Ιταλίας με μία σειρά από καταγγελίες κι ένα vaffanculo κατά των πολιτικών και της πολιτικής! Είναι φανερό πως η οργή έχει φθάσει στο σημείο βρασμού και το καπάκι της κοινωνικής συνοχής κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα.

Κι ενώ θα ανέμενε κανείς να υπάρξουν προσπάθειες αποσυμπίεσης της κοινωνικής έντασης, οι κυρίαρχοι της Ευρώπης επιμένουν στην ίδια πολιτική άγριας λιτότητας που εξαθλιώνει τους πληθυσμούς και τσακίζει τις οικονομίες. Κι όταν οι κοινωνίες και οι οικονομίες θα καταστούν εντελώς «πτώματα», τότε θα επιπέσουν επ’ αυτών τα όρνεα των distress funds, των ξένων εταιρειών που προτίθενται να αγοράσουν από τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες τώρα προσπαθούν να καλύψουν τις αυξήσεις των μετοχικών τους κεφαλαίων, κοψοχρονιά τα «κόκκινα» δάνεια των υπερχρεωμένων νοικοκυριών με στόχο να τα εισπράξουν 100% μέσω κατασχέσεων.

Κι ενώ η Ελλάδα κινδυνεύει ως οικονομική, κοινωνική και, εντέλει, εθνική οντότητα, κάποιοι θέτουν υπεράνω όλων την παραταξιακή «αλήθεια» και επιβίωση, δημιουργώντας με τη στάση τους συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Και οι μεν και οι δε πιστεύουν με καθαρή συνείδηση και ενδεχομένως με αγνά κίνητρα ότι μάχονται για τη σωτηρία της χώρας, αλλά εκείνο που τους καθιστά επικίνδυνους είναι ο μανιχαϊστικός τρόπος σκέψης τους, που τα βλέπει όλα μαύρα ή άσπρα, αποδίδοντας στον αντίπαλο μία εγγενή και αντικειμενική κακία!

Με άλλα λόγια, ο απέναντι παραπέμπει σε εχθρό και διώκτη των από εδώ και τούμπαλιν. Μάλιστα, από την πολιτική πόλωση οδηγούμαστε στην κοινωνική πόλωση καθώς η πολιτική ιδεολογία συνυφαίνεται με τις ανάγκες της προσωπικής ταυτότητας των ανθρώπων, που θέλουν από κάπου να πιαστούν και να ελπίσουν.

 Σ’ αυτή τη σύνδεση οφείλεται η όξυνση της αντιπαλότητας και οι συνοπτικές κρίσεις με βάση τις περίφημες «ταμπέλες». Έτσι, ο ορθολογισμός και ο διάλογος υποχωρούν, αφήνοντας τη θέση τους στον τυφλό φανατισμό και, τελικά, στην άγρια σύγκρουση. Είναι πρόδηλο ότι η Ελλάδα δεν έχει σήμερα την πολυτέλεια για τέτοιου είδους περιπέτειες.

Γι’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με «όπλο» τη σύνεση και τη λογική όσοι υποδαυλίζουν πολιτικές φανατισμού και κοινωνικού εμφυλίου πολέμου.

Post Navigation